βατταρισμός

βαττᾰρ-ισμός, ,
A stuttering, Phld. Rh.2.136S., Porph.Hist.Phil.Fr.11; also, twittering of swallows, Eust.1914.32.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βατταρισμός — stuttering masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταρισμός — ο (AM βατταρισμός) [βατταρίζω] το τραύλισμα μσν. ο τερετισμός των χελιδονιών …   Dictionary of Greek

  • βατταρισμοῖς — βατταρισμός stuttering masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταρισμοί — βατταρισμός stuttering masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • BATTUS — I. BATTUS ineptus Poeta, qui in carmine conficiendo eadem saepius repetebat; unde Βαττολογία, inepta verborum redundantia, seu eiusdem rei vitiosa repetitio. Suidas, Βαττολογία, ἡ πολυλογία, ἀπὸ Βάττου τινὸς μακροὺς, καὶ πολυςτίχους ὕμνους… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • βραδυγλωσσία — η η δυσχέρεια στην ομιλία, βατταρισμός ή δυσαρθρία …   Dictionary of Greek

  • ταχυφημία — η, Ν ιατρ. ανωμαλία στο ρυθμό τής ομιλίας που συνίσταται στην ασυγκράτητη, υπερβολικά βιαστική και ασαφή εκφορά τού λόγου και κατά την οποία υπάρχει ασυμφωνία ανάμεσα στην ταχύτητα τής σκέψης και στην ταχύτητα τής κινητικής γλωσσικής δεξιότητας,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.